ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με απολύτως ευδιάκριτο ήχο και ύφος οι Αυστραλιανοί The Necks συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης τζαζ αυτοσχεδιαστικής μουσικής. Ή μήπως να πούμε καλύτερα μιας μουσικής μυσταγωγίας; Πάντως είναι τρεις μουσικοί θρύλοι αποθεωμένοι από τον Τύπο, τους μουσικοκριτικούς και το κοινό διεθνώς. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες το τρίο από το Σίδνεϊ -Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο) και Tony Buck (ντραμς)- έχει αναπτύξει μια αυστηρά προσωπική μουσική γλώσσα, βασισμένη σε μια δική τους τελετουργία αλλά και στην ενεργή συλλογική ακρόαση, τη διάρκεια και τη σταδιακή διαμόρφωση μιας μοναδικής μουσικής μορφής που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ ξανά. Κάθε συναυλία τους περιλαμβάνει δύο περίπου 45λεπτα σετ, χωρίς προκαθορισμένο υλικό, στη διάρκεια των οποίων η μουσική διαμορφώνεται σε πραγματικό χρόνο, σε άμεση σχέση με την ακουστική του χώρου.

Παρά τα 20 άλμπουμ τους, με πιο πρόσφατο το «Disquiet» (2025), η κάθε ζωντανή τους εμφάνιση είναι μία άπαξ εμπειρία και ένα μοναδικό έργο χαρισμένο στο κοινό της βραδιάς. Γι’ αυτό και οι πολλοί φανατικοί τους τούς ακολουθούν από πόλη σε πόλη. Ο ήχος τους έχει επιχειρηθεί να περιγραφεί ως «η τζαζ της νέας εποχής. Το ambient χωρίς καθόλου ηλεκτρονική μουσική. Το post-minimalism που μπορεί να “συνομιλεί”. Η μετα-avant-garde στάση που δημιουργεί trance εμπειρία». Επειδή όμως οι χαρακτηρισμοί αποτυγχάνουν στην περίπτωσή τους, καλύτερα να επιδιώξει κάποιος τη δική του ακουστική εμπειρία σε συναυλίες όπως αυτές τις δύο που θα δώσουν την ερχόμενη Τρίτη και την Τετάρτη στον Παρνασσό. Για τα υπόλοιπα τους ρωτάμε και ήδη από τις απαντήσεις τους φαίνεται ότι πρόκειται για ένα μουσικό τρίο που η σχέση τους με τον ήχο, τη σιωπή, το περιβάλλον, την ενέργεια του κοινού, την εσωτερική τους φωνή συμμετέχει σ’ αυτήν την τελετουργία της κάθε βραδιάς.

Πώς γνωριστήκατε; Ποιος είναι ο πρώτος ήχος που θυμάται ο καθένας όταν σκέφτεται εκείνη τη συνάντηση;

Chris: Γνώρισα τον Tony σε ένα jam session στο σπίτι κάποιου· πιστεύω ότι ήταν το σπίτι του κιθαρίστα. Αυτό θα πρέπει να ήταν γύρω στο 1977. Ο Tony κι εγώ μεγαλώσαμε στο ίδιο προάστιο του Σίδνεϊ.

Θυμάμαι ότι ήμασταν σ’ ένα σχετικά μικρό δωμάτιο, με αντήχηση. Ηταν απόγευμα. Θα πρέπει να ήμουν περίπου 16 χρόνων. Δεν έχω έντονη ανάμνηση του ήχου της μουσικής. Πιθανότατα υπήρχαν ντραμς, ηλεκτρικό μπάσο, κιθάρα και ένα Fender Rhodes, αν και δεν είμαι 100% σίγουρος ότι είχα το Rhodes μου τότε. Ισως απλώς να έπαιξα όρθιο πιάνο. Η μουσική ήταν επηρεασμένη από fusion: John McLaughlin, Herbie Hancock κ.λπ.

Αυτό που θυμάμαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ο ήχος της κιθάρας.

Λίγα χρόνια αργότερα φοίτησα στο Ωδείο του Σίδνεϊ, όπου και γνώρισα τον Lloyd. Αυτό θα είχε συμβεί είτε σε κάποια αίθουσα είτε σε κάποιον διάδρομο του κτιρίου, μαζί με το αντίστοιχο ηχητικό περιβάλλον. Το κτίριο ήταν ένας χώρος που κάποτε είχε χρησιμοποιηθεί ως στάβλος για το Government House. Ολοκληρώθηκε το 1821 και το ύφος του έχει περιγραφεί ως «οχυρωματικός γοτθικός», με ψευδο-επάλξεις. Υπήρχε πάντα μια γκριζωπή αντήχηση στον χώρο· μια διαρκής ατμόσφαιρα από φωνές φοιτητών που συνομιλούσαν, αναμεμειγμένες με μακρινά σύνολα που έκαναν πρόβα, με τις εντάσεις και την ισοστάθμιση να αυξάνονται και να «ανοίγουν» κάθε φορά που άνοιγε μια πόρτα.

Στο live αφήνεστε να σας «καθοδηγεί» η μουσική, την καθοδηγείτε εσείς ή πρόκειται για εναλλασσόμενη διαδικασία;

Chris: Και καθοδηγώ και καθοδηγούμαι από τη μουσική. Δεν είμαι σίγουρος αν το «εναλλάσσεται» περιγράφει τη διαδικασία: φαίνεται ότι το ενεργητικό και το παθητικό συνυπάρχουν ταυτόχρονα.

«Δεν προσπαθούμε ποτέ να αναδημιουργήσουμε ό,τι αυτοσχεδιάστηκε σε άλλο χρόνο και τόπο»

Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που με εντυπωσίασαν από την αρχή του συγκροτήματος και αποτέλεσε για μένα έναν νέο τρόπο να βιώνω τη μουσική εκτέλεση. Μέχρι εκείνη την περίοδο πιθανότατα ασπαζόμουν περισσότερο ένα «μοντέλο μετάδοσης» για τη δημιουργία μουσικής: εξασκείς ένα κομμάτι μέχρι να φτάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο και μετά το αναπαράγεις μπροστά σε ένα κοινό που, ιδανικά, θα εντυπωσιαστεί. Δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτήν την προσέγγιση. Με τους The Necks, όμως, αρχίσαμε να παίζουμε μουσική που δεν είχε ένα «πράγμα» να τελειοποιηθεί. Ηταν διαρκώς σε εξέλιξη, πέρα από την εκπλήρωση προβλέψεων. Η «σύνθεση» βασιζόταν στον χρόνο που περνούσαμε μαζί παίζοντας και αλληλεπιδρώντας (στη δική μας περίπτωση τέσσερις δεκαετίες πλέον) και η εκδήλωσή της υπερέβαινε τις ορθολογικές προβλέψεις όσων συμμετείχαν.

Ηταν οι The Necks που μου έδειξαν ότι αποτελώ κι εγώ μέρος του κοινού· μια ιδέα που με έκανε να ακούω τη μουσική που δημιουργούσα την ώρα που τη δημιουργούσα. Προσπαθώ να μεταφέρω τον ενθουσιασμό και το συναίσθημα που προκύπτουν όταν ανακαλύπτω κάτι μαγικό στην ηχητική/μουσική αλληλεπίδραση ανάμεσα σε εμένα, τον Tony και τον Lloyd, αλλά και ανάμεσα στο όργανο και τον χώρο.

Τόσο η διάρκεια της μπάντας όσο και η μουσική σας ταυτότητα υποδηλώνουν μια σχέση με τον χρόνο πολύ λιγότερο αγχώδη από ό,τι επιβάλλει η σύγχρονη εποχή. Πώς το καταφέρατε αυτό; Πώς καταφέρατε να συνεργάζεστε τόσα χρόνια χωρίς αλλαγές στη σύνθεση;

Chris: Λατρεύω να παίζω στους The Necks. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να κάνω μουσικά και να μοιάζει με αυτό.

Υπάρχει μια πολύ μεγάλη μη λεκτική διάσταση στη διαδικασία. Μπορεί να συζητήσουμε ένα κομμάτι αφού το παίξουμε, αλλά ποτέ πριν. Η μουσική μας είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας οργανικής εξέλιξης, μιας αισθητικής που έχει αναπτυχθεί μέσα από το ότι παίζουμε μαζί. Περιστασιακά, στο στούντιο, μπορεί να έχουμε μια πολύ γενική ιδέα – να παίξουμε κάτι γρήγορο ή κάτι ήσυχο και ευρύχωρο. Νιώθω σιγουριά ότι το αποτέλεσμα πάντα θα ακούγεται σαν εμάς.

Παρ’ όλο που όταν δημιουργήσαμε το συγκρότημα ήμασταν όλοι στα 20 και κάτι και ήμασταν όλοι ικανοί να παίξουμε μουσική, με την έλευση των The Necks αρχίσαμε να μαθαίνουμε πώς να παίζουμε ένα νέο είδος (τουλάχιστον εγώ). Κατά κάποιον τρόπο υπάρχει εδώ ένα στοιχείο της μπάντας που σχηματίζεται στο Λύκειο και αναπτύσσει τη δική της φωνή καθώς τα μέλη μαθαίνουν να παίζουν, κάτι που δημιουργεί έναν πολύ ισχυρό δεσμό. Συνεπώς η αντικατάσταση ενός μέλους είναι αδιανόητη.

Επειδή η μουσική μας δημιουργείται μη λεκτικά, χωρίς μια κεντρική φιγούρα «συνθέτη», όλη η πνευματική ιδιοκτησία μοιράζεται εξίσου. Δεν υπάρχει βασικός συνθέτης ή front person που να επιτελεί έναν ηγετικό ρόλο και να δημιουργεί ανισορροπία στα έσοδα (κάτι που μπορεί να επηρεάσει τη διάρκεια). Αυτό συνέβη χωρίς να χρειαστεί να γραφτεί κάποιο μανιφέστο. Επίσης, δεν έχουμε μάνατζερ και τα διάφορα επιχειρησιακά καθήκοντα που πρέπει να γίνονται -περιοδείες, ηχογραφήσεις κ.λπ.- έχουν ανατεθεί σε διαφορετικά άτομα μέσα στα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, συνεργαζόμαστε με εξαιρετικούς ατζέντηδες.

Τέλος, είχαμε πάντα απίστευτη υποστήριξη από το κοινό. Πέρα από τη δημιουργία της μουσικής, είναι εξαιρετικά ικανοποιητικό να νιώθεις ότι αγγίζεις τους ανθρώπους σε ένα συναισθηματικό/καλλιτεχνικό επίπεδο. Ελπίζω να μπορούμε να προσφέρουμε μια εμπειρία ηρεμίας και θετικότητας, μια επιβράδυνση μέσα σε έναν υπερδιεγερμένο, χαοτικό κόσμο.

Υπάρχουν διαφωνίες κατά τον αυτοσχεδιασμό;

Chris: Είμαι σίγουρος ότι κάνω πράγματα που κάποιες φορές μπορεί να μην αρέσουν 100% στα άλλα μέλη. Αλλά η μουσική μάς επιτρέπει οι μουσικές δηλώσεις να αλλάζουν νόημα με την πάροδο του χρόνου: κάτι που φαίνεται απότομο ή εκτός τόπου μπορεί να υπερβεί την αρχική του εντύπωση και να γίνει ένα κρίσιμο μέρος της συλλογικής αισθητικής.

Αφήνουμε το πέρασμα του χρόνου να «διαμορφώνει» τα πράγματα. Οι διαφωνίες είναι σπάνιες· ποτέ δεν θα αφορούσαν κακή εκτέλεση. Μια διαφωνία που θα εκδηλωνόταν ανοιχτά κατά τη διάρκεια μιας εμφάνισης είναι κάτι που θα αποφεύγαμε. Μετά από τόσα χρόνια που παίζουμε μαζί, έχουμε αναπτύξει έναν πολυρυθμικό/πολυτονικό τρόπο λειτουργίας· υπάρχει πολύ μεγάλη αυτονομία στο πώς κάνει ο καθένας τα πράγματα, παρ’ όλο που το αποτέλεσμα είναι συλλογικό. Αυτό αφήνει πολύ χώρο για διαφοροποίηση.

Μετά από τόσα χρόνια, πώς επικοινωνείτε στη σκηνή;

Chris: Επικοινωνούμε παίζοντας. Απλό. Δεν κοιτάζω ούτε τον Tony ούτε τον Lloyd· στην πραγματικότητα παίζω με την πλάτη προς αυτούς. Αυτό μας επιτρέπει να είμαστε σωματικά κοντά, χωρίς να μας χωρίζει το τεράστιο σώμα ενός πιάνου. Δεν υπάρχουν χειρονομίες ή προκαθορισμένα σήματα, οπότε δεν υπάρχει πραγματική ανάγκη για οπτική επαφή.

Αυτό ίσχυε πάντα. Μερικές φορές, λόγω περιορισμών της σκηνής ή αν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερη συνεργασία, μπορεί να τοποθετηθούμε διαφορετικά, αλλά αυτό είναι πολύ σπάνιο.

Κανείς από εμάς δεν ξέρει ποιος θα ξεκινήσει, και μόλις ξεκινήσουμε προσπαθούμε να αφήσουμε τη μουσική να καθορίσει πού θέλει να πάει.

Πότε συνειδητοποιείτε ότι ένας αυτοσχεδιασμός έχει ολοκληρωθεί;

Chris: Πολύ νωρίς καταλήξαμε σε μια διάρκεια για τα κομμάτια μας. Αυτή ήταν κάπου γύρω στα 45 με 50 λεπτά. Δεν το επιβάλαμε ποτέ, αλλά έχει καταλήξει να είναι ένα είδος προεπιλεγμένης διάρκειας. Φαίνεται φυσικό.

Οι άνθρωποι συχνά μας λένε ότι υπάρχει μια αφηγηματική διάσταση στη μουσική μας. Νιώθω ότι τα τελειώματά μας είναι κατά κάποιον τρόπο δομικά ενσωματωμένα στα κομμάτια, όχι απλώς αυθαίρετες διακοπές για να χωρέσουν σε ένα χρονικό πλαίσιο.

Πρέπει όμως να τονίσω ότι αυτό που κάνουμε είναι, από πολλές απόψεις, πολύ σύνθετο για να εξηγηθεί πέρα από το να πω ότι παίζοντας μαζί τέσσερις δεκαετίες το πώς φτάνουμε στο τέλος ενός κομματιού συχνά εκπλήσσει κι εμάς τους ίδιους.

Lloyd: Πάντα ένιωθα ότι το σημείο στο οποίο οι αυτοσχεδιαστές αποφασίζουν να τελειώσουν ένα κομμάτι είναι αυτό που περισσότερο καθορίζει τι έχει συμβεί σε αυτό το κομμάτι.

Με τα χρόνια έχουμε αναπτύξει μια αρκετά καλή αίσθηση του χρόνου που έχει περάσει και τα περισσότερα κομμάτια μας αρχίζουν να «κλείνουν» γύρω στο σημείο των 45 λεπτών. Αλλά όχι πάντα, και περιστασιακά εκπλησσόμαστε διαπιστώνοντας ότι έχει περάσει μία ώρα ή και περισσότερο.

Δεν υπάρχει κάποιος αυστηρός κανόνας για το πώς τελειώνουμε ένα κομμάτι. Είναι πραγματικά απλώς θέμα ενστίκτου, τόσο ατομικού όσο και συλλογικού. Μερικές φορές το ατομικό και το συλλογικό γίνονται ένα και σταματάμε «ακαριαία». Αλλά τις περισσότερες φορές χαμηλώνουμε σταδιακά τα πράγματα, ο ένας μετά τον άλλον.

Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο), Tony Buck (ντραμς)
Chris Abrahams (πιάνο), Lloyd Swanton (μπάσο), Tony Buck (ντραμς)

Τι είναι αυτό που σας εμπνέει κάθε φορά;

Lloyd: Για μένα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αυτό που ακούω μέσα στον χώρο, όπως επιστρέφει από τον συνδυασμό και των τριών μας. Διαρκώς αναρωτιέμαι «πού ταιριάζω ηχητικά μέσα σε όλο αυτό;»

Παίζει ρόλο η σιωπή στη μουσική σας;

Lloyd: Τεράστιο. Γιατί η σιωπή ορίζει τον ήχο και ο ήχος ορίζει τη σιωπή. Τον τελευταίο καιρό έχω γίνει κάπως εμμονικός με τις συνέπειες της διάρκειας που έχουν οι νότες και οι φράσεις που παίζω. Ιδιαίτερα ως μπασίστας, που τείνω να δουλεύω στο χαμηλό, «παχύ» άκρο του ηχητικού φάσματος, αναρωτιέμαι διαρκώς πώς θα αλλάξει ο συλλογικός ήχος αν συντομεύσω ή επιμηκύνω τη νότα μου ακόμα και μόνο κατά ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Ή, αν παραμείνω σιωπηλός, πώς θα αλλάξει ο συλλογικός ήχος; Κι αν περιμένω ακόμα περισσότερο πριν επανέλθω; Ή αν μπω νωρίτερα από ό,τι σχεδίαζα και προσθέσω πυκνότητα; Ή πώς θα αλλάξω τον συλλογικό ήχο αν παίξω μια δεδομένη φράση δύο οκτάβες πιο ψηλά, όπου η διείσδυση είναι μεγαλύτερη αλλά η διάρκεια του ήχου μικρότερη;

Πώς σχετίζεται η διάρκεια με το νόημα στη μουσική σας; Αν ένα κομμάτι ήταν 10 λεπτά αντί για 50, θα ήταν το ίδιο έργο;

Lloyd: Είναι θεμελιώδες για τη μουσική, και ιδιαίτερα για τη δική μας αντίληψη περί μουσικής, αλλά είναι πολύ δύσκολο να αποτυπωθεί με λόγια. Απλώς η διάρκεια αποτελεί ένα καθοριστικό χαρακτηριστικό.

Οπότε όχι, αν ένα κομμάτι ήταν 10 λεπτά και όχι 50, δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο κομμάτι μουσικής. Τόσο ο ακροατής όσο και ο εκτελεστής έχουν βιώσει το ένα κομμάτι για 10 λεπτά από τη ζωή τους και το άλλο για 50.

Αν κόβατε ένα κομμάτι όπως το «Sex» σε μικρότερα μέρη, θα έχανε την ταυτότητά του;

Lloyd: Ναι, θα έχανε την ταυτότητά του. Κάποιος μπορεί να επιλέξει να το ακούσει περισσότερες από μία φορές ή όχι ολόκληρο, αλλά το κομμάτι μας που ονομάζεται «Sex» είναι ένα ηχογραφημένο έργο που διαρκεί 56 λεπτά και 8 δευτερόλεπτα.

Απαιτεί η μουσική σας από τον ακροατή ένα διαφορετικό είδος μουσικής παιδείας σε σύγκριση π.χ. με πιο «δημοφιλή» είδη;

Tony: Νομίζω ότι η ακρόαση είναι το πιο σημαντικό πράγμα, ανεξαρτήτως είδους μουσικής. Για εμάς είναι πολύ σημαντικό να έχουμε μια αίσθηση του συνολικού ήχου και της μίξης πάνω απ’ όλα, κάτι που ίσως απαιτεί έναν πιο συγκεντρωμένο και πειθαρχημένο τρόπο ακρόασης του όλου, ο οποίος δεν είναι τόσο απαραίτητος σε κάποια είδη μουσικής όπου κάθε μουσικός επιτελεί μια προκαθορισμένη λειτουργία υποθέτοντας ότι και οι υπόλοιποι κάνουν ό,τι απαιτείται από αυτούς, χωρίς να χρειάζεται να έχουν μια εικόνα του πώς ακούγεται το σύνολο μέσα στον χώρο.

Εχετε νιώσει ποτέ ότι, μέσα από την επανάληψη ενός μουσικού μοτίβου, η εκτέλεσή σας γίνεται τελετουργική;

Tony: Νιώθω ότι κάθε εκτέλεση ζωντανής μουσικής είναι ένα είδος τελετουργίας, όπου το κοινό και οι μουσικοί έχουν όλοι συγκεντρωθεί για να συμμετάσχουν. Ισως ο τρόπος που λειτουργούμε και η χρήση της επανάληψης και της αργής εξέλιξης εντείνουν αυτό το αίσθημα.

Εχετε ποτέ αναπολήσει ένα κομμάτι που παίχτηκε με έναν συγκεκριμένο τρόπο μια συγκεκριμένη βραδιά, χωρίς να μπορείτε να το αναπαραγάγετε με τον ίδιο τρόπο;

Tony: Δεν θα προσπαθούσαμε ποτέ να αναδημιουργήσουμε ένα κομμάτι που αυτοσχεδιάστηκε σε έναν προηγούμενο χρόνο και τόπο. Κάθε φορά που παίζουμε θέλουμε να είμαστε ανοιχτοί στο περιβάλλον, στο συναίσθημα και στον ήχο του χώρου, καθώς και στο πώς αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή. Νομίζω ότι το να προσπαθήσουμε να αναπαραγάγουμε κάτι από το παρελθόν θα ήταν ένα μεγάλο λάθος με αρνητική επίδραση σε αυτό που κάνουμε.

Εχει αλλάξει η σχέση μας με τον ήχο, τον θόρυβο και τη σιωπή από τη δεκαετία του 1980;

Tony: Γενικά, νομίζω ότι μέσα από διάφορες πολιτισμικές εξελίξεις, όπως το sampling και η διαθεσιμότητα μουσικής και ήχου από όλο τον κόσμο, έχει διευρυνθεί σε μεγάλο βαθμό η σχέση των ανθρώπων με τον ήχο και τον θόρυβο. Οι άνθρωποι είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένοι και πιο δεκτικοί σε αντιθετικές αισθητικές, συμπεριλαμβανομένων του θορύβου και της πολυαισθητηριακής διέγερσης. Από τότε που δημιουργήθηκε το συγκρότημα, τη δεκαετία του ’80, η σχέση μας μεταξύ μας, αλλά και με τη μουσική και τον ήχο γενικότερα, έχει αλλάξει σημαντικά, τόσο λόγω ευρύτερων πολιτισμικών μετατοπίσεων όσο και λόγω της δικής μας εμπειρίας – ως άτομα που παίζουμε σε πολλούς διαφορετικούς χώρους και συνθήκες. Ολα αυτά τροφοδοτούν τη μουσική που δημιουργούμε μαζί.

info

THE NECKS – Athens Residency. Τρίτη 28 & Τετάρτη 29 Απριλίου (21.00). Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός (πλ. Αγίου Γεωργίου Καρύτση 8, Αθήνα). Εισιτήρια: 40 € Α Ζώνη | 32 € Β | 25 € Γ (εξώστης). Διήμερο πάσο: Α Ζώνη: 70 € | Β: 58 € | Γ: 45 €. Προπώληση: https://www.ticketservices.gr