Το αλβανικό χωριό Δάρδα ιδρύθηκε ως πράξη αντίστασης απέναντι στην οθωμανική κυριαρχία και στον εξαναγκαστικό εξισλαμισμό που απειλούσε όσα οι ιδρυτές της ήθελαν να διαφυλάξουν.
Ιδρυμένη τον 17ο αιώνα από ορθόδοξους Αλβανούς που έφυγαν για να αποφύγουν τις διώξεις, το χωριό διαμορφώθηκε ως καταφύγιο, ψηλά και συνειδητά, σε υψόμετρο περίπου 1.344 μέτρων στους κόλπους της οροσειράς της Πίνδου. Αυτή η ιδρυτική ώθηση — να προστατευτεί ό,τι είχε αξία— άφησε βαθύ αποτύπωμα. Τους επόμενους δύο αιώνες, η Δάρδα ανέδειξε μια σειρά από εξέχουσε προσωπικότητες: περίπου 24 σημαντικούς αγιογράφους από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και μαθηματικούς, εκδότες και πολιτικούς. Ο σημερινός πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, αντλεί μέρος της καταγωγής του από εδώ.
Ωστόσο, η ευημερία και η μετανάστευση πάντα συνυπήρχαν στη Δάρδα. Πολύ πριν τη μετακομμουνιστική μετανάστευση, οικογένειες από το χωριό είχαν ήδη συγκροτήσει τις πρώτες αλβανικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Ρουμανία. Ο Σωτήρ Πέτσι, ο Ιωσήφ Πάνι και ο Γκιέργκι Κόντα ίδρυσαν την εταιρεία «Besa-Besë», την εφημερίδα «Kombi» και τελικά τη ομοσπονδία «Vatra»· θεσμούς της αλβανικής διασποράς στις ΗΠΑ που η πατρίδα τους δεν μπορούσε ακόμη να προσφέρει. Ήταν ένα μοτίβο που δεν αντιστράφηκε ποτέ πλήρως. Μετά την πτώση του κομμουνισμού, η ροή εντάθηκε: μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε στην Κορυτσά, τα Τίρανα, την Ελλάδα, τη Ρουμανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο πλαίσιο της συνεχούς αγροτικής ερήμωσης που έχει μεταμορφώσει τις ορεινές κοινότητες σε όλη την Αλβανία τις τελευταίες δεκαετίες (Lerch, 2016). Μέχρι το 2013, η πραγματικότητα ήταν αποκαλυπτική με τον πιο σκληρό τρόπο: μόνο 40 άτομα εμφανίζονταν στους εκλογικούς καταλόγους, οι περισσότεροι συνταξιούχοι.
Περπατώντας σήμερα στο χωριό, τα στενά σοκάκια και τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια αποτυπώνουν την μακρά ιστορία αλλά και την ερήμωση.
Το πρώτο άτομο που με ξεναγεί είναι η Παυλίνα Γίλη, πρώην Γενική Πρόξενος στην Ελλάδα, άλλοτε θρυλική αθλήτρια και περήφανα καταγόμενη από την Κορυτσά. Κινείται στα λιθόστρωτα με την άνεση κάποιου που κουβαλά τον τόπο μέσα του. Μαζί περπατάμε τα στενά δρομάκια, με τα αγριολούλουδα ακόμα παγωμένα και την εύθραυστη υπόσχεση της άνοιξης. Έπειτα ανηφορίζουμε προς τις πίστες σκι που έχουν διαμορφωθεί στο γύρω δάσος, περνώντας από τα χαρακτηριστικά ξύλινα σαλέ που διασπείρονται στην πλαγιά, με το χιόνι ακόμα παχύ κάτω από τα πόδια και τον αέρα κοφτερό από το πεύκο. Σταματάμε εκεί όπου τα πέτρινα σπίτια δίνουν τη θέση τους στην ανοιχτή πλαγιά, με την κοιλάδα της Κορυτσάς απλωμένη και φωτεινή στο βάθος. Μαζί με τους ντόπιους, πάνω από τη ρακί και το ζεστό λακρόρ στα χιονισμένα βουνά, η συζήτηση επιστρέφει συνεχώς στο ίδιο ερώτημα: τι χρειάζεται για να πιστέψει ξανά ένας τόπος σαν αυτός στο μέλλον του;
Η διασυνοριακή συνεργασία με την Ελλάδα
Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας στο χωριό, οι κάτοικοι περιέγραψαν μια σταδιακή αλλαγή τα τελευταία χρόνια: ακίνητα που αγοράζονται από Αλβανούς που ζουν στο εξωτερικό, σπίτια που ξαναζωντανεύουν ως εποχικές κατοικίες. Για όσους παρέμειναν, αυτό σήμαινε λίγη εργασία, κάποιο εισόδημα, λίγη παρέα τους θερμότερους μήνες. Όπως και οι αντίστοιχες κοινότητες στη Δεμάτι απέναντι από τα σύνορα, όμως, ορισμένοι κάτοικοι εξέφρασαν διακριτικά μια ανησυχία γνώριμη σε όλες τις αποψιλωμένες ορεινές περιοχές: ότι ο τουρισμός και οι εξωτερικές επενδύσεις, αν μείνουν χωρίς καθοδήγηση, μπορεί τελικά να εξυπηρετούν περισσότερο τους νεοφερμένους παρά όσους δεν έφυγαν ποτέ. Δεν πρόκειται για κρίση ούτε για αναπόφευκτο γεγονός· αλλά είναι το είδος της ανησυχίας που ένα πρόγραμμα όπως το Interreg-RISTOR μπορεί να αφουγκραστεί με προσοχή.
Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται ένα ιστορικό δημοτικό κτίριο, για χρόνια ανενεργό, το οποίο σύντομα θα μετατραπεί σε Κέντρο Καινοτομίας του RISTOR για βιώσιμο και συμπεριληπτικό τουρισμό. Υπό τον συντονισμό του Δήμου Κορυτσάς, σε συνεργασία με τον Δήμο Ζαγορίου, το Impact Hub Athens, το P2P Lab και το Παρατηρητήριο για τα Δικαιώματα Παιδιών και Νέων, το κέντρο σχεδιάζεται ώστε να συνδέσει τους κατοίκους με εκπαίδευση και πόρους και να προωθήσει τον τουρισμό που σέβεται τόσο την πολιτιστική κληρονομιά όσο και τη φύση. Μέχρι το 2027 θα λειτουργεί ως πλατφόρμα για εργαστήρια, πολιτιστικά έργα, υποστήριξη επιχειρηματικότητας και κοινοτικές πρωτοβουλίες, επιτρέποντας στους κατοίκους να διαμορφώσουν το μέλλον του χωριού αντί απλώς να το παρακολουθούν να αλλάζει.
Οι παραλληλισμοί με τη Δεμάτι, το συνεργαζόμενο χωριό του RISTOR στην Ελλάδα, είναι εντυπωσιακοί. Και οι δύο κοινότητες βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο, έχουν αποδυναμωθεί από δεκαετίες μετανάστευσης και τώρα καλούνται να φανταστούν μια διαφορετική πορεία: όπου η απομόνωση, η ηρεμία και η αυθεντικότητα θα θεωρούνται πλεονεκτήματα και όχι μειονεκτήματα. Τα αναμενόμενα αποτελέσματα είναι συγκεκριμένα: πάνω από 100 τοπικοί επαγγελματίες θα εκπαιδευτούν, πάνω από 30 νέα τουριστικά προϊόντα και υπηρεσίες θα αναπτυχθούν στις δύο περιοχές και συνολικά το πρόγραμμα στοχεύει σε πάνω από 2.500 επισκέπτες ετησίως. Όμως η φιλοδοξία ξεπερνά τους αριθμούς.
Το έργο στοχεύει στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, στη στήριξη των τοπικών παραγωγών και στην απόδειξη ότι μια κοινότητα μπορεί να ανοίγεται σε νέες δυνατότητες χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Στη Δάρδα, αυτή η προοπτική μοιάζει πραγματική. Οι πίστες σκι είναι γεμάτες τον χειμώνα, οι ξενώνες γεμίζουν, και μια νέα γενιά ερωτημάτων διαμορφώνεται γύρω από το πώς μπορεί να μοιάζει μια βιώσιμη ορεινή ζωή. Το Κέντρο Καινοτομίας δεν θα μεταμορφώσει το χωριό από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά προσφέρει κάτι ίσως πιο πολύτιμο: έναν χώρο, κυριολεκτικό και συμβολικό, όπου αυτό το μέλλον μπορεί να συζητηθεί με τους όρους των ίδιων των κατοίκων.
* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Παρατηρητήριο Συνοχής», στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα OBCT, η οποία συνεργάζεται με την Εφημερίδα των Συντακτών.

■ Συντελεστές του «Παρατηρητηρίου Συνοχής» της «Εφ.Συν.» είναι οι Χριστίνα Κοψίνη, Αλέξανδρος Χασάνι, Γιάννης Κιμπουρόπουλος

