Στο Ηνωμένο Βασίλειο εδώ και περίπου δύο δεκαετίες οι γενικοί ιατροί (GPs) παραπέμπουν ασθενείς σε «link workers» (συντονιστές), οι οποίοι βοηθούν τον ασθενή να συνδεθεί με τοπικές κοινοτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων καλλιτεχνικών δράσεων. Εφαρμόζει δηλαδή προγράμματα κοινωνικής και πολιτιστικής συνταγογράφησης, πλήρως ενσωματωμένα από καιρό στο εθνικό σύστημα υγείας (NHS). Στη χώρα μας αποτελεί μια καινοτόμο πρακτική των τελευταίων ετών, που βρίσκεται μεν σε πιλοτικό ακόμα στάδιο αλλά έχει ήδη συμβάλει στην ανάδειξη της ανάγκης για πρόσβαση στον πολιτισμό ως κοινωνικό δικαίωμα. Αυτό σημαίνει πως μέσα από συνεργασία μεταξύ πολιτιστικών φορέων και δομών ψυχικής υγείας επαναπροσδιορίζει τη σχέση μεταξύ ψυχής, σώματος και τέχνης, ενώ ταυτόχρονα εμπεριέχει και μια πολιτική διάσταση αμφισβητώντας την αποκλειστική εστίαση στη φαρμακολογική αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας. Η τέχνη συνεπώς μπορεί επιτέλους να λειτουργήσει ως χώρος επεξεργασίας του ασυνειδήτου με θεσμική υποστήριξη.
H Δώρα Σκαλή, μέλος της ΕΔΙΠ Ψυχολογίας και ψυχοθεραπεύτρια MSc, PhD, ECP, GCP, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ-Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, επιστημονικά υπεύθυνη για το ερευνητικό σκέλος της ποιοτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Προγράμματος για την Πολιτιστική Συνταγογράφηση, μας παρουσιάζει τα πρώτα ευρήματα της ποιοτικής έρευνας μέσα από τη μεθοδολογία Focus Groups.
Κατά τη διάρκεια των 41 διαφορετικών δράσεων πολιτισμού και τέχνης οι συμμετέχοντες δεν έμειναν «παθητικοί ασθενείς αλλά επανενεργοποιήθηκαν ως υποκείμενα. Συγκεκριμένα η Δ. Σκαλή αναφέρει επανενεργοποίηση του υποκειμένου προς άλλη αίσθηση εαυτού, πέρα από εκείνη με την οποία προσήλθαν στις ομαδικές δράσεις καθώς και ανάδυση «μετασχηματιστικής» συλλογικότητας». Αυτό σημαίνει πως η ομάδα λειτούργησε ως πλαίσιο ασφάλειας που επιτρέπει έκφραση και αναγνώριση αφότου δημιουργήθηκαν σχέσεις και δεσμοί και όχι μόνο επιφανειακή κοινωνικοποίηση.
«Μια σπίθα στην καρδιά, ένα σκούντημα στο μυαλό», «Το σώμα πήρε αέρα», «Δεν ένιωθα ότι με κοιτάνε ή με κρίνουν», «Το πρόγραμμα με ανέβαζε ψυχολογικά και σωματικά», «Ηταν σαν ομαδική ψυχοθεραπεία άλλου τύπου», «Ηταν το γαλανό του ουρανού», ήταν κάποια από τα λόγια που χρησιμοποίησαν για να περιγράψουν την εμπειρία τους.
Παρατηρούμε πως η τέχνη γίνεται όχημα για να συνδεθεί το άτομο με τον εαυτό του με ξεχασμένες ή νέες πλευρές του και κατανοούμε πλέον στην πράξη πως η πολιτιστική συνταγογράφηση μπορεί να ιδωθεί ως μια μορφή μεταβίβασης της επιθυμίας από το σύμπτωμα προς δημιουργικές και συμβολικές δραστηριότητες. Το υποκείμενο, αντί να καθηλώνεται σε επαναληπτικές μορφές ψυχικού πόνου, όπως άγχος ή κατάθλιψη, καλείται να επενδύσει λιβιδινικά σε πολιτισμικά αντικείμενα και πρακτικές.
Να αναφέρουμε πως πραγματοποιήθηκε και ποσοτική έρευνα της οποίας επιστημονικά υπεύθυνος ήταν ο Ν. Στεφανής. Συνολικά στο πρόγραμμα συμμετείχαν 1.026 ωφελούμενοι, 105 υπηρεσίες ψυχικής υγείας του ΕΣΥ και ιδιώτες ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, 21 πολιτιστικοί φορείς.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί και το κοινωνικοοικονομικό αποτύπωμα: Η πολιτιστική συνταγογράφηση δημιούργησε 118 νέες θέσεις εργασίας για επαγγελματίες ψυχικής υγείας και καλλιτέχνες καθώς αυτή η προσέγγιση προτείνει τη «συνταγογράφηση» δραστηριοτήτων όπως η επίσκεψη σε μουσεία, η συμμετοχή σε θεατρικές ομάδες, σε εργαστήρια γραφής, ζωγραφικής ή μουσικής. Οι αντιπρόσωποι του WHO και της ΕU-Kornelia Kiss, Head of Culture and Health συμφώνησαν δημόσια ότι το Greek model in AoP-Art On Prescription αποτελεί μοναδική ευρωπαϊκή πρωτοτυπία προγράμματος υγείας με όρους βιωσιμότητας και ένταξης στη δημόσια υγεία.
Η Δώρα Σκαλή υπογραμμίζει ότι «το πρόγραμμα καθώς και οι συμμετέχοντες φορείς πολιτισμού και τέχνης δεν απέκλεισαν την παραπομπή καμίας κατηγορίας ανθρώπων, ανεξάρτητα από τη διάγνωσή τους. Ωστόσο οι παραπομπές που έγιναν από φορείς και ιδιώτες ήταν πολύ λιγότερες από όσους μπορούσε να απορροφήσει το πρόγραμμα. Ετσι στη Β’ πιλοτική φάση του προγράμματος για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα έλλειψης παραπομπών ασθενών από δομές και πλαίσια, δόθηκε η δυνατότητα να παραπέμψουν και ιδιώτες ψυχίατροι, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.λπ. τους ασθενείς τους απευθείας στο πρόγραμμα. Αλλά και πάλι τα αποτελέσματα ήταν «φτωχά». Υπήρξαν προτάσεις δράσεων από φορείς πολιτισμού που δεν υλοποιήθηκαν, γιατί δεν έβρισκαν ασθενείς».
Για ποιο λόγο υπάρχει τέτοια αντίσταση σε ένα πρόγραμμα που έχει συνδεθεί ήδη στο σύστημα ΗΔΥΚΑ και αφορά κάθε άνθρωπο, που έχει ή δεν έχει κάποια διάγνωση, και για τον οποίο ο θεράπων ιατρός του κρίνει ότι τα επίπεδα άγχους, αγωνίας, θλίψης, μοναξιάς ξεπερνούν τα όρια αντοχής του;
Ισως η απάντηση να βρίσκεται στην περιορισμένη διατομεακή συνεργασία και στην ιατροκεντρική αντίληψη της φροντίδας. Είμαστε έτοιμοι να ακολουθήσουμε τον δρόμο για μια λιγότερο ιατροκεντρική κατανόηση του συμπτώματος και να μετατοπιστούμε από το φάρμακο στο νόημα; Είμαστε έτοιμοι για την αποϊατρικοποίηση του ψυχικού πόνου;
Η τέχνη και ο πολιτισμός λειτουργούν ως χώροι συμβολοποίησης επιτρέποντας στο τραύμα να αποκτήσει αφήγηση και στο ασυνείδητο να εκφραστεί με έμμεσους τρόπους. Η πολιτιστική συνταγογράφηση επανατοποθετεί την ευθύνη της φροντίδας από το άτομο στο συλλογικό. Οφείλουμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο προς μια σχεσιακή, πολιτισμική και κοινοτική φροντίδα.
Θα έπρεπε η μετατροπή του ψυχικού πόνου σε πολιτισμική έκφραση να υποστηριχθεί θεσμικά με συνέπεια και διάρκεια. Η πρόκληση είναι η μετάβαση από την παθητική κατανάλωση πολιτισμού και την εστίαση σε φαρμακευτικές και ιατρικές παρεμβάσεις στην αναγνώριση του πολιτισμού ως δομικού στοιχείου της υγείας και όχι ως περιφερειακής δραστηριότητας.
