«Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία./ Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα/ υψώνονται στην έρημο. Κοντά τους, μες στην άμμο/ βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του/ χείλη, πτυχωμένα σ’ ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,/ λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη/ που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ’ άψυχα ετούτα πράγματα/ το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα ’θρεψε./ Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:/ “Οζυμανδίας τ’ όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,/ κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε! “/ Αλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά/ των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,/ μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά».
Ισως να μην υπάρχει στην παγκόσμια ποίηση εικόνα που να περιγράφει πιο έντονα το μάταιο της εξουσίας από αυτή που δημιουργεί ο Σέλεϊ στο ποίημά του «Οζυμανδίας» (εδώ σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά). Το γιγαντιαίο γκρεμισμένο άγαλμα, μεγάλο σαν φιλοδοξία, σαν αμετροέπεια. Και γύρω η έρημος ακόμα πιο μεγάλη σαν την ανθρώπινη ιστορία, σαν τον χρόνο τον ίδιο. Είναι η έρημος αυτή που καταπίνει τα πομπώδη λόγια της επιγραφής. Αυτή την προστακτική που πια δεν απευθύνεται, που πια δεν προστάζει. Αυτή την επίκληση των ισχυρών που δεν βρίσκονται πια γύρω για να κοιτάξουν, να απελπιστούν, έστω να διαβάσουν την επιγραφή. Τα πομπώδη λόγια, χαραγμένα σαν διαταγή έχουν μισοσβηστεί από την άμμο και τους ανέμους και έτσι αχνά μάλλον ψιθυρίζουν σαν επίγραμμα σε ξεχασμένο τάφο.
Ο Οζυμανδίας είναι το ελληνικό όνομα του Ραμσή Β΄, γνωστού και ως Ραμσή του Μεγάλου. Υπήρξε ο ισχυρότερος Αιγύπτιος ηγεμόνας στην ισχυρότερη περίοδο του αιγυπτιακού βασιλείου. Βασίλεψε για 60 χρόνια, περισσότερο από κάθε φαραώ πριν ή μετά, κέρδισε 15 μεγάλους πολέμους και λατρεύτηκε ως θεός ενώ ήταν ακόμη ζωντανός. Και όμως η μοίρα του είναι η μοίρα της ίδιας του της αυτοκρατορίας, η μοίρα της ανθρώπινης κλίμακας. Η φθορά, η εξαφάνιση, η λήθη.
Και ο ταξιδιώτης που έρχεται από την αρχαία χώρα δεν έρχεται να περιγράψει απλώς μια εικόνα. Μας μιλάει για τους κύκλους της ιστορίας, για το πόσο κούφια ακούγεται η αμετροέπεια των ανθρώπων μέσα στην ιστορία, για το πώς πεθαίνουν οι αυτοκρατορίες. Και το πομπώδες, απογυμνωμένο από όλα τα γεγονότα που το συγκρατούν και το συντηρούν, εμφανίζει όλη τη ματαιότητά του. Είναι άδειο τώρα όπως ήταν άδειο πάντοτε.
Το ποίημα είναι ένα από τα διασημότερα ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Και η λέξη «Οζυμανδίας» είναι ο ήχος που κάνουν οι αυτοκρατορίες όταν πέφτουν. Είναι ο ήχος που βγάζει όλη αυτή η συμπυκνωμένη παρακμή που ενσαρκώνει τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και το θλιβερό επιτελείο που στελεχώνει την κυβέρνησή του. Αυτός ο συνδυασμός ασυναρτησίας και σκληρότητας, ο κυνισμός που γίνεται έγκλημα προς όλες τις κατευθύνσεις, ο ηθικός ξεπεσμός του ίδιου και των υποστηρικτών του. Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα αποκαμωμένο άγαλμα στην έρημο. Ενσάρκωση μιας αυτοκρατορίας που καταπέφτει και ενός κόσμου που γύρω του ερημώνεται. Η καταπάτηση κάθε είδους νομιμότητας, η ασυναρτησία των λεγομένων και των πράξεών του, η χυδαιότητα του τρόπου και της πολιτικής του δεν περιγράφουν τίποτα άλλο από μία πτώση. Είναι η ύβρις συμπυκνωμένη. Μια ύβρις που αιματοκύλησε τον πλανήτη εδώ και δεκαετίες. Μια ύβρις που ακόμα και αν δεν πληρωθεί τώρα, εμφανίζει όλες τις ρωγμές αυτές από τις οποίες θα ξεχυθεί η Νέμεσις.
Και το ερημικό τοπίο της Μέσης Ανατολής απλώνεται γύρω από τα αγάλματα που σπάνε σχεδόν σαν δικαιοσύνη.
