Η Καστοριά είναι μια ιδιαίτερη πόλη με σταθερό ταξιδιωτικό ενδιαφέρον σε κάθε εποχή του χρόνου. Ξεχωρίζει για τις φυσικές ομορφιές της, τα παραλίμνια τοπία, τη σημαντική αρχιτεκτονική της κληρονομιά και τις βυζαντινές εκκλησίες που διασώζονται στον αστικό της ιστό.
Η άνοιξη, με τις καθαρές μέρες, τους διαυγείς ουρανούς και το φωτεινό, σχεδόν διάφανο φως που διαχέεται πάνω από τις αρχοντογειτονιές της, αναδεικνύει την πόλη με τον πιο ήπιο τρόπο. Τα ηλιοβασιλέματα, με φόντο τη γαλήνη της λίμνης, συγκαταλέγονται στα πιο χαρακτηριστικά της στιγμιότυπα.
Από αυτή τη στήλη έχουμε αναφερθεί αρκετές φορές σε όλα τα παραπάνω. Αυτή τη φορά, όμως, αφήνουμε για λίγο το παραλίμνιο σκηνικό και στρεφόμαστε προς το ορεινό εσωτερικό του νομού.
Μέσα από σύντομες διαδρομές αποκαλύπτεται ένας διαφορετικός κόσμος, πιο ήσυχος, πιο εσωστρεφής, όπου η φύση, ο άνθρωπος και η Ιστορία συνυπάρχουν με έναν τρόπο που μοιάζει να αντέχει στον χρόνο.
Μονή Τσούκας
Στα αγριοτόπια του Γράμμου

Μόλις 20 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης της Καστοριάς, στις παρυφές του Γράμμου, συναντά κανείς το χωριό Αγία Αννα. Λίγο έξω από τον μικρό κτηνοτροφικό οικισμό, στο σημείο όπου ο Στενοπόταμος -παραπόταμος του Αλιάκμονα- σχηματίζει έναν όμορφο καταρράκτη, βρίσκεται, μέσα σε ένα στενό άνοιγμα του βράχου, η Μονή Ταξιάρχου Τσούκας. Το μοναστήρι, του οποίου η ίδρυση ανάγεται στον 13ο αιώνα, οφείλει την ονομασία του στον παλαιό οικισμό Τσούκα που υπήρχε στην περιοχή. Χτίστηκε με χρηματοδότηση του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β’ Αγγέλου, ενώ αγιογραφήθηκε κατά την περίοδο των Παλαιολόγων και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Οι εγκαταστάσεις του μοναστηριού πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν το 1943, κατά τη διάρκεια της γερμανοϊταλικής κατοχής, από την αυστριακή μεραρχία «Εντελβάις». Σήμερα, ο επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει εύκολα το σημείο ξεκινώντας από το χωριό Αγία Αννα.
Λίγο πιο δυτικά, συναντάμε το Νεστόριο (42 χλμ. από την Καστοριά), ένα από τα λίγα χωριά του Γράμμου που παραμένουν ζωντανά. Το Νεστόριο είναι γνωστό για το καλοκαιρινό river party που πραγματοποιείται στις όχθες του Αλιάκμονα, ο οποίος πηγάζει από τον Γράμμο. Από εδώ ξεκινούν και αξιόλογες χωμάτινες διαδρομές που ανηφορίζουν προς το ορεινό σύνορο, μέσα από τοπία ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς και υψηλής οικολογικής αξίας. Αν θέλετε να εξερευνήσετε αυτή την άγνωστη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ορεινή διαδρομή, καλύτερη επιλογή είναι να μείνετε στο Νεστόριο, όπου υπάρχουν ταβέρνες και ξενώνες.
Κορέστεια
Στα χωριά και στους οικισμούς

Ανάμεσα στη λεκάνη που σχηματίζουν οι λίμνες των Πρεσπών και την πόλη της Καστοριάς απλώνεται ένα καταπράσινο υψίπεδο, όπου κυλούν τα ήσυχα νερά του Λαδοπόταμου. Σε αυτό το ήρεμο τοπίο συναντά κανείς ένα σύνολο μικρών χωριών και οικισμών, γνωστό ως Κορέστεια.
Ακολουθώντας από την Καστοριά τον παλιό δρόμο που οδηγεί προς τις Πρέσπες ή τη διάβαση του Πισοδερίου, και με μικρές παρακάμψεις, ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να προσεγγίσει οικισμούς όπως οι Ανω και Κάτω Κρανιώνας, τα Χαλάρα, ο Μελάς, το Μακροχώρι, ο Μαυρόκαμπος, ο Αγιος Αντώνιος, ο Γάβρος, ο Κώττας και το Βατοχώρι.
Ο δρόμος, αν και επαρχιακός, είναι ασφαλτοστρωμένος και χωρίς ιδιαίτερα απαιτητικές στροφές, επιτρέποντας μια χαλαρή διαδρομή μέσα σε ένα τοπίο που αυτή την εποχή γεμίζει με τις ήπιες εναλλαγές της ανοιξιάτικης φύσης.
Στη γαλήνια αυτή περιοχή, πριν από περίπου οκτώ δεκαετίες, κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, εκτυλίχθηκαν μερικές από τις πιο σκληρές συγκρούσεις εκείνης της περιόδου. Σήμερα, τα ίχνη εκείνων των γεγονότων έχουν σε μεγάλο βαθμό σβήσει, καθώς η φύση έχει καλύψει τις παλιές πληγές. Ωστόσο, στα ερειπωμένα σπίτια των οικισμών διακρίνονται ακόμη σημάδια που άφησαν τα πολυβόλα των αεροπλάνων όταν χτυπούσαν με σφοδρότητα τα ταμπούρια του Δημοκρατικού Στρατού.
Αν υπάρχει χρόνος, αξίζει μια περιήγηση σε περισσότερα από τα χωριά της περιοχής. Διαφορετικά, οι έρημοι σήμερα οικισμοί Ανω και Κάτω Κρανιώνας αποτελούν από τις πιο χαρακτηριστικές στάσεις, με έντονη την αίσθηση της εγκατάλειψης που καθορίζει το τοπίο. Εδώ γυρίστηκαν αρκετά πλάνα από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή Βαθιά».
Ορος Βίτσι
Απαράμιλλης ομορφιάς τοπία
Για φαγητό, δεν υπάρχουν πολλές επιλογές στην ευρύτερη περιοχή. Μπορείτε να κατευθυνθείτε όμως προς τα Νέα Κορέστεια, όπου λειτουργούν μικρός ξενώνας και ψησταριά-ταβέρνα.
Ο ορεινός δρόμος που συνδέει την Καστοριά με τη γειτονική Φλώρινα, μέσα από τις διαβάσεις του όρους Βιτσίου, προσφέρει μοναδικές εικόνες και δικαιολογημένα θεωρείται μία από τις ομορφότερες διαδρομές στη βόρεια ορεινή Ελλάδα. Τον χειμώνα, λόγω υψομέτρου, μεγάλα τμήματα του οδοστρώματος καλύπτονται από χιόνι ή πάγο, καθιστώντας τη διέλευση πιο απαιτητική.
Από την πόλη της Καστοριάς ακολουθούμε τον δρόμο που οδηγεί προς το χιονοδρομικό κέντρο Βιτσίου, το οποίο δεσπόζει σε υψόμετρο περίπου 1.700 μέτρων, μέσα σε εκτεταμένα δάση οξιάς. Αξίζει μια μικρή παράκαμψη προς το Σιδηροχώρι (υψόμ. 1.060 μ.), χτισμένο σε προνομιακή θέση με εξαιρετική θέα προς τη λεκάνη της Καστοριάς, αλλά και με καλές επιλογές για φαγητό και διαμονή.
Επιστρέφοντας στον επαρχιακό άξονα Καστοριάς-Φλώρινας, επόμενη στάση αποτελεί η Οξυά (18 χλμ. από την Καστοριά), σε υψόμετρο περίπου 1.200 μέτρων, περιτριγυρισμένη από όμορφα δάση και ορεινά λιβάδια. Το φυσικό τοπίο της περιοχής χρησιμοποιήθηκε ως σκηνικό για την ασπρόμαυρη ταινία «Ουρανός» του Τάκη Κανελλόπουλου, η οποία τιμήθηκε με Βραβείο Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Κανών το 1963. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες αντιπολεμικές ελληνικές ταινίες.
Επόμενη προτεινόμενη στάση είναι το Πολυκέρασο (παλαιότερη ονομασία: Τσερέσνιτσα), όνομα που πιθανόν συνδέεται με τη λέξη «κεράσι». Κάποτε από τα μεγαλύτερα χωριά του ορεινού όγκου του Βιτσίου καθώς πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αριθμούσε περίπου 200 οικογένειες. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο, την κτηνοτροφία και τη γεωργία, ενώ ήταν και επιδέξιοι υλοτόμοι.
Ακόμη και σήμερα, παρά τη δραματική συρρίκνωση του πληθυσμού, τα καλοδιατηρημένα πέτρινα σπίτια προκαλούν εντύπωση. Το Πολυκέρασο γοητεύει με τη σιωπή του και το φυσικό του περιβάλλον, αφήνοντας στον επισκέπτη μια αίσθηση διακριτικής, σχεδόν εσωστρεφούς ομορφιάς. Επιστρέφοντας στον ορεινό άξονα Καστοριάς-Φλώρινας, όσοι διαθέτουν χρόνο μπορούν να συνεχίσουν τη διαδρομή προς τις κεντρικές κορυφές του Βιτσίου. Η πορεία περνά μέσα από αλπικά λιβάδια και οδηγεί προς τη Δροσοπηγή Φλώρινας ή, εναλλακτικά, προς το γνωστό Νυμφαίο. Στην περιοχή του Βιτσίου μπορείτε να μείνετε σε κάποιον από τους εξαιρετικούς ξενώνες και ξενοδοχεία που υπάρχουν στο Σιδηροχώρι. Ταβέρνες και παραδοσιακές ψησταριές θα βρείτε τόσο στο Σιδηροχώρι όσο και στην Οξυά.
Διαμονή
Στην όμορφη πόλη υπάρχουν πολλές επιλογές για διαμονή και φαγητό που καλύπτουν όλα τα γούστα και τις οικονομικές δυνατότητες. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιους καλούς ξενώνες και ξενοδοχεία:
● Ξενοδοχείο «Καστοριά» πάνω στη βόρεια προκυμαία, τηλ. 24670 29453
● Παραδοσιακός ξενώνας, «Αρχοντικό Αλεξίου Βέργουλα», τηλ. 24670 23415
● Παραδοσιακός ξενώνας, «Αρχοντικό της Βενετούλας», τηλ. 24670 22446
● «Anastassiou Hotel», τηλ. 24670 86886
● «Andromeda Boutique Hotel», τηλ. 24670 22220
● «Λιμναίον resort & spa», στον δρόμο προς Δισπηλιό, τηλ. 24670 85111
● «Byzantium», στη συνοικία Χλόη, τηλ. 24670 21313
